Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2007
Ο νόμος και η τάξη
Δυστυχώς, όσο περνάει ο καιρός ο κατάλογος της τελευταίας μεγαλώνει. Καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες ενός βλακώδους διαγωνισμού για το ποιος είναι ο καλύτερος σερίφης. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λεγόμενη βία στα σχολεία. Αν αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα ως πραγματικότητα και όχι σαν κυνήγι τηλεθέασης ή ψήφων, θα δούμε ότι το να κηρύξουμε τον πόλεμο στα παιδιά μας είναι όχι μόνο βλακώδες και επικίνδυνο, αλλά είναι πόλεμος χαμένος.
Δεν μπαίνουν στον «σωστό δρόμο» οι έφηβοι που τους στέλνεις στη φυλακή γιατί έσπασαν τα θρανία. Ούτε οι φοιτητές που έκαψαν τις κάλπες (όταν μάλιστα έχει προηγηθεί κλοπή κάλπης στο Κοινοβούλιο χωρίς ο βουλευτής να έχει κρεμαστεί στην πλατεία Συντάγματος). Το πολύ πολύ θα μπορούσαν να τους εξηγήσουν, ακόμη και χειροδικώντας, ότι είναι βλακώδης και αντιδημοκρατική αυτή η συμπεριφορά οι συμμαθητές τους. Με την προϋπόθεση ότι στο σχολείο είχαν μια εκπαίδευση ανάλογη. Σε μια χώρα όμως όπου το 60% των κατοίκων της είναι λειτουργικά αναλφάβητοι (γνωρίζουν δηλαδή ανάγνωση και γραφή, αλλά δεν μπορούν να κατανοήσουν ένα σύνθετο κείμενο ή να εκφράσουν γραπτώς τη σκέψη τους), οι έννοιες της δημοκρατίας και του σεβασμού του άλλου είναι δύσκολα κατανοητές, ακόμη και από τους τηλεοπτικούς σερίφηδες.
Ζούμε σε μια κοινωνία που στέλνει μήνυμα στους νέους είναι ότι όλα είναι θεμιτά για να πετύχεις: η φοροκλοπή, το ρουσφέτι, η μίζα, η εξαγορά δημοσίων λειτουργών, δικαστικών αποφάσεων, δημοσίων θέσεων. Η παρανομία και η αυθαιρεσία των ισχυρών σε όλες τις καταστάσεις, στη δημόσια και ιδιωτική καθημερινότητα.
Το 1976 ο Δήμος του Τουρίνου καταγράφοντας τις υλικές ζημιές από τον βανδαλισμό των ανηλίκων τις κοστολόγησε σε 1 δισ. λιρέτες (200.000 ευρώ περίπου). Για να καταπολεμήσει το φαινόμενο θεσμοθέτησε το Ολοήμερο Σχολείο και έθεσε στη διάθεση των παιδιών όλες τις δημοτικές δομές. Γίνονταν, π.χ., μαθήματα: στην Πυροσβεστική για την καταπολέμηση των πυρκαϊών, στα τηλεοπτικά στούντιο για μια άλλη χρήση της τηλεόρασης, στην εταιρεία υδάτων για τη σπατάλη του νερού. Στόχος να απασχοληθούν ευφυώς τα παιδιά στον ελεύθερο χρόνο τους χωρίς να βαριούνται. Τέσσερα χρόνια μετά, οι περιπτώσεις νεανικού βανδαλισμού είχαν μειωθεί κατά το ήμισυ. Πώς θα μας φαινόταν άραγε αν οι «βάνδαλοι» του σχολείου στο Παγκράτι, αντί να σταλούν στη φυλακή, όπως απαιτεί η τάξη και ο νόμος, υποχρεώνονταν να ξαναφτιάξουν δουλεύοντας οι ίδιοι ό,τι κατέστρεψαν;
Βασίλης Μουλόπουλος efimerida to vima 07-12-2007
vmoulopoulos@dolnet.gr
Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2007
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακούσθει
αόρατος θίασος να περνά,
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές
- την τύχη σου που ενδίδει πιά,
τα έργα σου που απέτυχαν,
τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες,
μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό,
σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς,
μην πεις πως ήταν ένα όνειρο,
πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν,
αλλ' όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2007
Κράτη εν κράτει, Γράφει η Ρίκα Βαγιάνη
Εχω ακούσει πολλές φορές τη φράση «κράτος εν κράτει» για την ορεινή αυτή περιοχή της Κρήτης που αυτές τις μέρες απολαμβάνει τα δεκαπέντε της λεπτά (αρνητικής)
Ομως, το σύνδρομο του «κράτους εν κράτει» είναι μια ασθένεια από την οποία φοβάμαι ότι πάσχει όλο το... μαγαζί που λέγεται Ελλάς. Από την άποψη ότι είμαστε μια σειρά από μικρά «μαγαζάκια», αλλά και «μαγαζάρες», που όλα μαζί έχουν πιάσει το καθένα τη γωνίτσα του και λειτουργούν όπως του καπνίσει του καθενός.
«Κράτη εν κράτει» όχι μόνο στη Κρήτη, αλλά όπου σταθείς κι όπου βρεθείς. Κάθε υπουργείο άλλο κράτος, κάθε υπηρεσία άλλα σύνορα, κάθε νομαρχία άλλου παπά ευαγγέλιο. «Ανεξάρτητα» κάθε εφοριακό κατάστημα, κάθε κοινοτικό γραφείο, κάθε ποδοσφαιρική ομάδα, δημόσια υπηρεσία, επαγγελματικός κλάδος. Σχεδόν τίποτα δεν ισχύει, δεν επιτρέπεται και δεν απαγορεύεται εξίσου και για όλους. Υπάρχουν νομότυπες και παράτυπες «ασυλίες» ανάλογα με το ελληνο-κρατίδιο του οποίου είσαι υπήκοος. Αλλοι πληρώνουν, άλλοι δεν πληρώνουν. Αλλοι πάνε φυλακή, άλλοι δεν πάνε. Αλλοι χτίζουν, άλλοι όχι. Κάποιοι απαγορεύεται να πάρουν προμήθειες για τις υπηρεσίες τους, σε άλλους επιβάλλεται (αλλιώς δεν είσαι μόνο κορόιδο, χαλάς και την πιάτσα). Για τόσο μικρή σε έκταση χώρα, είναι τρελό να σκεφτείς πόσες ανεξάρτητες αρχές υπάρχουν, πόσες ομάδες απολαμβάνουν ιδιαίτερων προνομίων, θεσμοθετημένων ή ετσιθελικών. Μια σταλιά τόπος είμαστε, δεν μπορεί να είναι τόσο δύσκολο να ισχύει ένα δίκαιο και δέκα βασικοί κανόνες για όλους. Το αγκάθι στο μάτι του συστήματος που λέγεται «Ζωνιανά» δεν είναι παρά μια διαρκής υπενθύμιση ότι το κόνσεπτ «επανίδρυση του κράτους» είναι μια ιδέα κενή περιεχομένου. Διότι, προκειμένου να επανιδρύσεις ένα κράτος, πρέπει πρώτα να το... ιδρύσεις. Ως κράτος όχι ως πολυκατάστημα. Νομίζω, δηλαδή.
Πολύ το αμπελοφιλοσόφησα σήμερα. Εχει και λιακάδα, πάμε για μια τσικουδιά.
efimerida ethnos 08-11-2007
Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007
Από τα ηπειρώτικα βουνά, στις στοές της Γερμανίας
Από τα ηπειρώτικα βουνά, στις στοές της Γερμανίας
Αναμνήσεις ξενιτεμένων Ελλήνων από τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’60
Του Σταυρου Τζιμα
«…Καλέσαμε εργατικά χέρια και ήρθαν άνθρωποι».
Μαξ Φρις, συγγραφέας-διανοητής, για το «οικονομικό θαύμα» της Γερμανίας.
Ελληνική μετανάστευση στη Γερμανία: ένα μακρινό όνειρο που αρχίζει σιγά σιγά να ξεθωριάζει στη συλλογική μας μνήμη. Ενα εκατομμύριο άντρες και γυναίκες από πόλεις και χωριά ανταποκρίθηκαν, στη δεκαετία του ’60, στο κάλεσμα να εργαστούν για την ανόρθωση της ερειπωμένης από τον φοβερό πόλεμο Γερμανίας. Η ερημωμένη από τον εμφύλιο ορεινή Ελλάδα άδειασε με τη φυγή των νέων, ο υποτυπώδης οικονομικός αλλά και ο ισχυρός οικογενειακός και κοινωνικός ιστός επλήγησαν ανεπανόρθωτα, η χώρα έχασε το άνθος του εργατικού της δυναμικού σε μια εποχή που το είχε απόλυτη ανάγκη. Ολες αυτές οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, ωστόσο, πέρασαν σε δεύτερη μοίρα, όταν άρχισαν να φτάνουν τα εμβάσματα και να αλλάζει προς το καλύτερο η καθημερινή ζωή αυτών που έμειναν πίσω.
Ηταν όμως η μετανάστευση μια φολκλορική υπόθεση με καλό εισόδημα και σχετικά άνετη ζωή; Ηταν η φυγή από μια υπανάπτυκτη χώρα και η εγκατάσταση σε μια προηγμένη κοινωνία όπου οι συνθήκες δουλείας και διαβίωσης απέτρεπαν κάθε σκέψη για παλιννόστηση;
Oι δύο όψεις
Μια έκθεση φωτογραφίας από τη ζωή των Ελλήνων εργατών στη Γερμανία που οργανώνει τούτη την εποχή στη Θεσσαλονίκη το Ινστιτούτο Γκαίτε, προβάλλει –και ορθώς– το χαρμόσυνο πρόσωπο, την καλή πλευρά της μετανάστευσης.
Υπάρχει ωστόσο και η άλλη, η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Αυτή που «μπήκε στα χείλη» μας με τα λαϊκά τραγούδια του Καζαντζίδη όπως «το ψωμί της ξενητειάς είναι πικρό», του Διονυσίου «στο σταθμό του Μονάχου» ή και τα δημώδη άσματα για τα «ξενιτεμένα μας πουλιά στον κόσμο σκορπισμένα» που ακούγονταν και χορεύονταν στα πανηγύρια του καλοκαιριού από τους συγγενείς των μεταναστών.
«Eφυγα με ένα κομμάτι ψωμί και τυρί στον ντορβά και λίγα χρήματα στην τσέπη. Μαζί με τέσσερις συγχωριανούς μου φτάσαμε στην Αθήνα και εγκατασταθήκαμε σ’ ένα πανδοχείο στην πλατεία Βάθης, όπου κατόπιν συμφωνίας με τον ξενοδόχο πληρώναμε από δύο δραχμές τη βραδιά. Για μαξιλάρι είχαμε τα παπούτσια και για κουβέρτες τα μάλλινα σακάκια μας. Προορισμός μας η Γερμανία, τα ανθρακωρυχεία. Πού να φανταστούμε ότι από τα χίλια εκατό υψόμετρο με τα πρόβατα θα βρισκόμασταν δύο χιλιάδες μέτρα μέσα στη γη να σκάβουμε».
Νοέμβριος 1962. Μια ομάδα νέων, μεταξύ αυτών και ο 23χρονος τότε Δονάτος Διαμάντης, από το ορεινό χωριό Αυλότοπος Θεσπρωτίας, παίρνει το δρόμο για την ξενιτιά.
Είχε «ανοίξει» πριν από δύο χρόνια η Γερμανία και οι νέοι άνθρωποι εγκατέλειπαν κατά κύματα τη ρημαγμένη από τον εμφύλιο πόλεμο Ηπειρο, αλλά και άλλες ακριτικές, κυρίως, περιοχές της Ελλάδας. Ιδέα δεν είχαν για τη χώρα που θα πήγαιναν. Ανθρωποι αδούλευτοι, ανδρωμένοι στο ραχάτι των κοπαδιών και στην καθαρή ατμόσφαιρα της Πίνδου, ξεκινούσαν τώρα για έναν άλλο κόσμο, ξένο προς την καθημερινότητά τους.
Ο Δονάτος Διαμάντης έφτιαξε τα χαρτιά του, μεταξύ αυτών και το απαραίτητο τότε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, στην τοπική νομαρχία, όπου λειτουργούσαν σε συνεργασία με το γερμανικό κράτος γραφεία ευρέσεως εργασίας, πήρε την «πράσινη κάρτα» και έχοντας στην τσέπη «πικρό σαν δηλητήριο» το διαβατήριο και στον ώμο τον ντορβά ξεκίνησε μαζί με τους συγχωριανούς του για μια περιπέτεια που επρόκειτο να κρατήσει δεκαεφτά χρόνια. Χώρισε με τους δικούς του χωρίς να ξέρει αν θα ξανασυναντηθούν. «Δεν ήταν εύκολο τότε να αποχωριστεί κάποιος την οικογένεια. Οι άνθρωποι ήταν δεμένοι μεταξύ τους γιατί ζούσαν σε δύσκολες συνθήκες. Οπότε ο αποχωρισμός συνοδευόταν από θρήνους, αφού κανείς δεν ήξερε πού πηγαίναμε και αν θα γυρίσουμε», λέει.
Στην Αθήνα πέρασαν ιατρικές εξετάσεις και ένα βράδυ, στο λιμάνι του Πειραιά, χίλιοι πεντακόσιοι άνθρωποι επιβιβάστηκαν στον θρυλικό «Κολοκοτρώνη», το φέρι μπόουτ που μετέφερε τις οργανωμένες αποστολές στο Μπρίντιζι της Ιταλίας και από εκεί με τρένο στο Μόναχο.
«Ηταν τέλη Νοεμβρίου, ο καιρός άσχημος και τα μποφόρ πολλά. Δεν είχαμε ταξιδέψει ποτέ με πλοίο και οι πάντες καταλήφθηκαν από ναυτία. Φοβηθήκαμε τόσο πολύ ώστε ένα συγχωριανός μου, μόλις αντίκρισε τις ακτές της Πρέβεζας, παρακάλεσε τον καπετάνιο να σταματήσει το καράβι για να κατέβει και να επιστρέψει στο χωριό…», διηγείται ο Δονάτος Διαμάντης.
Στον σταθμό του Μονάχου
Σιδηροδρομικός σταθμός του Μονάχου. Το τρένο ακινητοποιείται στη «γραμμή της ελπίδας», όπως αποκαλούνταν η αποβάθρα όπου σταματούσαν οι συρμοί με τους μετανάστες, και τα «χέρια» αποβιβάζονται. «Εχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Εκεί χαθήκαμε με τους συγχωριανούς και ο καθένας πήρε τον δρόμο του με βάση τους καταλόγους που διάβαζαν οι διερμηνείς. Εγώ συνέχισα για τα ορυχεία Σούλτσεμπαχ-Ρόζεμπεργκ κοντά στη Στουτγάρδη».
Αμαξοστοιχίες με αποστολές έφταναν όλο το εικοσιτετράωρο στο Μόναχο. Βερολίνο, Αννόβερο, Νυρεμβέργη, Βούπερταλ και άλλες βιομηχανικές περιοχές ήταν ο τελικός προορισμός των gastarbeiter. Η νέα Γερμανία έπρεπε να οικοδομηθεί, το οικονομικό θαύμα επρόκειτο να στηριχθεί στα εκατομμύρια των μεταναστών. Είχαν προηγηθεί οι Ισπανοί και οι Ιταλοί και τώρα έρχονταν οι Ελληνες.
Πρώτη μέρα στο ορυχείο, 1.800 μέτρα μέσα στη γη. «Η θερμοκρασία ήταν τριάντα βαθμούς υπό το μηδέν και εγώ μπήκα στις στοές με ένα πουκάμισο και τον ντορβά με λίγο ψωμί, βούτυρο και ζάχαρη. Κάποιος Γερμανός μου έδωσε μια φόρμα για να μην παγώσω από το κρύο… Η δουλειά ήταν σκληρή. Εξι άτομα έπρεπε να βγάλουμε το akord, που ήταν είκοσι πέντε βαγόνια μετάλλευμα, χωρητικότητας δυόμισι τόνων το καθένα, στο οχτάωρό μας».
Το φοβερό αkord, η παραγωγή δηλαδή συγκεκριμένης ποσότητας ή αριθμού προϊόντων σε συγκεκριμένη ώρα. Αν δεν το πετύχαινες, μπορούσες να βρεθείς εκτός δουλειάς. Αυτό το μαρτύριο για τους ασυνήθιστους σε τέτοιους εξοντωτικούς ρυθμούς εργασίας Ελληνες μετανάστες, τσάκισε τα νεύρα και κλόνισε την υγεία πολλών.
Οχι, οι Γερμανοί δεν αδίκησαν τους Ελληνες μετανάστες. Τους συμπεριφέρθηκαν άψογα, δεν τους έκλεψαν, τους έδωσαν και με το παραπάνω όσα δικαιούνταν και προέβλεπαν οι νόμοι και οι εργασιακές σχέσεις τις οποίες υπερασπίζονταν μαχητικά ακόμα και για τον τελευταίο Ausl�nder τα πανίσχυρα ρεφορμιστικά συνδικάτα.
Πόνος και νοσταλγία
Ομως η καθημερινή ζωή μακριά από την πατρίδα ήταν ζωή γεμάτη πόνο και νοσταλγία. «Συγκεντρωνόμασταν τα Σάββατα σε κάποια σπίτια για να λέμε τον πόνο μας και να μαθαίνουμε νέα από την Ελλάδα από κάποιον που θα έπαιρνε γράμμα από τους δικούς του». Σπίτια, τρόπος του λέγειν. «Ηταν αχούρια τα περισσότερα, δεν είχαμε χρήματα για να νοικιάσουμε ένα δωμάτιο της προκοπής. Ο ένας γιος μου γεννήθηκε σ’ ένα δωματιάκι, στο οποίο τον χειμώνα βάζαμε χαρτόνια στα παράθυρα για να προφυλαχτούμε από το κρύο».
Νυρεμβέργη, η έδρα των Εθνικοσοσιαλιστών του Χίτλερ: στην κεντρική λεωφόρο Μaximilian str. γίνονταν οι μεγάλες παρελάσεις των Ναζί. Οι σύμμαχοι το 1945 τη βομβάρδισαν με μανία και εκεί έστησαν και το δικαστήριο που δίκασε τους Γκαίρινγκ, Καίτελ, Ρούντολφ Ες κ.ά. για εγκλήματα πολέμου. Οσα σπίτια έμειναν όρθια κατοικήθηκαν από Ελληνες και Τούρκους μετανάστες. «Βρίσκαμε στους τοίχους σφηνωμένες σφαίρες, νομίζαμε ότι θα καταρρεύσουν ανά πάσα στιγμή, αλλά τι να κάναμε, εκεί πληρώναμε πέντε μάρκα ενοίκιο, για κάποιο καλύτερο σπίτι χρειαζόμασταν εκατό, και εμείς κάναμε οικονομίες για να γυρίσουμε πίσω στην πατρίδα», λέει ο Νίκος Παπαγεωργίου που εργάστηκε επί είκοσι χρόνια στη Γερμανία.
Σκληρή δουλειά, άγχος, αγωνία και το μυαλό πίσω στην πατρίδα. «Οταν φυσούσε ο νοτιάς ανοίγαμε τα παράθυρα και μας χάιδευε τα πρόσωπα. Είχαμε την αίσθηση ότι το αεράκι ερχόταν από την πατρίδα. Στο μουρμουρητό του αναγνωρίζαμε τα χαιρετίσματα της αγαπημένης, τον καημό των γονιών και τα τραγούδια της αδερφής. Ηταν το αεράκι που μας χάρισε την πρώτη ανάσα της ζωής μας και έπαιρνε μαζί του τον τελευταίο στεναγμό των αγαπημένων προσώπων…» συνεχίζει ο Ν. Παπαγεωργίου.
Κάποιοι δεν άντεξαν, άφησαν τα κόκαλά τους στην ξενιτιά. Πολλοί σακατεύτηκαν και επέστρεψαν στην πατρίδα με κλονισμένη ψυχική και σωματική υγεία. Πέθαναν και αυτοί πρόωρα, αλλά στο σπίτι τους. Ο Δονάτος Διαμάντης ήταν από τους τυχερούς. Επέστρεψε, δεκαεφτά χρόνια μετά, υγιής και σήμερα ζει στην Αθήνα, φορτωμένος με χιλιάδες κακές αλλά και καλές αναμνήσεις από την ξενιτιά.
Kathimerini Σάββατο, 27 Oκτωβρίου 2007
Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2007
Αδύναμοι και φοβισμένοι
…κόσμο, που θα τους πάρει με τα γιαούρτια, αν συνεχίσουν να μην κάνουν τίποτα, από τον φόβο τους.
Ο Γιωργάκης φοβάται τον Βενιζέλο, μην τυχόν και φτάσουν τσίμα τσίμα και του κάνει τον βίο αβίωτο, από το βράδυ της 11.11 και εκείθεν...
Ο Βενιζέλος φοβάται μην τυχόν και ο Γιωργάκης πάρει κάνα θηριώδες ποσοστό και χορέψει στο ταψί κάθε αντιρρησία.
Η Διαμαντοπούλου φοβάται να πει τη γνώμη της, μην τυχόν και κάνει λάθος.
Ο Σκανδαλίδης φοβάται μην πάνε για ψάρεμα οι φίλοι του στις 11.11 και ρεζιλευτεί.
Στο ΠΑΣΟΚ φοβούνται μη βγει ο Γιώργος και ξανακάνει τα ίδια και χειρότερα από πριν. Αλλά ταυτόχρονα φοβούνται και τον Βενιζέλο. Και αν βγει και αν δεν βγει... Και όλοι μαζί φοβούνται μήπως ο κόσμος τους, απηυδισμένος από τα άπλυτα που μόνοι τους έβγαλαν στη φόρα, τους γυρίσει οριστικά την πλάτη.
ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ φοβούνται μην τα σκατώσουν τόσο άσχημα οι δύο «μεγάλοι» και χρειαστεί να σηκώσουν πολύ μεγαλύτερο βάρος και ευθύνες, απ’ όσες θα ήθελαν και θα μπορούσαν.
Άλλο να λες «ανίσχυρος δικομματισμός, ισχυρή κοινωνία», άλλο να πάρεις στην πλάτη σου την ευθύνη εκπροσώπησης της «ισχυρής κοινωνίας».
Και εμείς; Ο πολύς και ανώνυμος κόσμος;
Εμείς φοβόματε για το πετρέλαιο, για την ακρίβεια, για τα σχολεία των παιδιών μας, για το χάλι των νοσοκομείων μας, για τη σιγουριά της δουλειάς μας, για τις κάμερες, για την ΕΥΠ, για το περιβάλλον, για τα σχέδια των αμερικάνων, των τούρκων, των σκοπιανών...
Μα πιο πολύ φοβόμαστε για τις (μη) ικανότητες αυτών που έχουμε εκλέξει να τα διαχειριστούν για λογαριασμό μας. Φοβισμένες ηγεσίες, φοβισμένοι πολίτες, φοβισμένη κοινωνία, φοβισμένη χώρα...
(Ποντίκι, 1.11.2007)